Προστασία εργαζομένου σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος


Ι. Ορισμός εργατικού ατυχήματος

        Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 551/1915, εργατικό ατύχημα είναι κάθε βίαιο συμβάν που πλήττει τον μισθωτό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και επιφέρει τον θάνατό του ή τον καθιστά ανίκανο προς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) ημερών. Αντίστοιχη είναι η έννοια του εργατικού ατυχήματος και στην ασφαλιστική νομοθεσία (άρθρο 8 παρ. 4, 34 παρ. 1 Α.Ν. 1846/1951). Μάλιστα, για το χαρακτηρισμό του ατυχήματος ως εργατικού, είναι αδιάφορος ο χρόνος εκδήλωσης των δυσμενών συνεπειών στην υγεία του εργαζόμενου, το αν εκδηλώνονται αμέσως, αργότερα ή σταδιακά, όπως και το εάν υπάρχει μερίδιο συνυπαιτιότητας του εργαζόμενου.

ΙΙ. Προϋποθέσεις εργατικού ατυχήματος

Για να θεωρηθεί ένα συμβάν εργατικό ατύχημα, θα πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

1) Το συμβάν να είναι βίαιο,

2) Το συμβάν να έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της εργασίας ή επ’ αφορμή αυτής (π.χ. μεταφορά εργαζομένων στον τόπο εργασίας),

3) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του επισυμβάντος γεγονότος και της εργασίας,

4) Η πρόκληση του βίαιου συμβάντος να μην οφείλεται σε πρόθεση του εργαζομένου,

5) Το συμβάν να προκαλεί αδυναμία του εργαζομένου πέραν των τριών (3) ημερών, διαφορετικά αντιμετωπίζεται ως ασθένεια.

ΙΙΙ. Τι συνιστά εργατικό ατύχημα και τι όχι

α) Τι δεν συνιστά εργατικό ατύχημα

1) Η βλάβη που υφίσταται ο εργαζόμενος με τις κανονικές συνθήκες εργασίας του,

2) Ασθένεια η οποία εκδηλώνεται ή επιδεινώνεται κατά την εκτέλεση της εργασίας κάτω από κανονικές συνθήκες. Για παράδειγμα, δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα ο θάνατος ή η ανικανότητα προς εργασία από έμφραγμα που υπέστη ο εργαζόμενος υπό κανονικές συνθήκες εργασίας,

3) Η επαγγελματική νόσος, η νόσος δηλαδή που μπορεί να προσβάλλει τον μισθωτό και υπό κανονικές συνθήκες εργασίας λόγω της φύσης του επαγγέλματος (βαριά ή ανθυγιεινά επαγγέλματα).

β) Τι συνιστά εργατικό ατύχημα

1) Οποιοδήποτε ατύχημα συμβεί κατά την εκτέλεση και στον συμφωνημένο τόπο της εργασίας (π.χ. τραυματισμός, πτώση κλπ.) και δεν οφείλεται σε πρόθεση του εργαζομένου,

2) Ασθένεια που προήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας κάτω από εξαιρετικές και ασυνήθιστες συνθήκες. Από τη νομολογία έχει κριθεί ότι υπέρμετρη προσπάθεια του εργαζόμενου που προκάλεσε θάνατο ή ανικανότητα για εργασία αποτελεί εργατικό ατύχημα. Για παράδειγμα, συνιστά εργατικό ατύχημα το έμφραγμα ή άλλη σωματική βλάβη που υπέστη εργαζόμενος, εφόσον συνδέονται με υπέρμετρες προσπάθειες που καταβλήθηκαν κατά την εκτέλεση της εργασίας ( ΣτΕ 3968/81, 1664/84, 4084/85, 762/88, 242/89 κ.ά.), 

3) Ανάθεση βαριάς εργασίας σε μη αποθεραπευθέντα εργαζόμενο,

4) Η επαγγελματική νόσος, μόνο στην περίπτωση που ο εργοδότης, παρόλο που πληροφορήθηκε την ασθένεια, εξακολούθησε να απασχολεί τον εργαζόμενο στην ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες που συνετέλεσαν στην εκδήλωση ή επιδείνωση της νόσου.

IV. Υποχρεώσεις του εργοδότη

        Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ο Ν. 551/1915 θεσπίζει αντικειμενική ευθύνη του εργοδότη και των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με τα οποία ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον. Ο εργοδότης υποχρεούται να αποζημιώσει τον εργαζόμενο, ανεξάρτητα αν τον βαρύνει υπαιτιότητα. Το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται κατ’ αποκοπή ανάλογα με την έκταση και την διάρκεια της ανικανότητας (άρθρο 3 ν. 551/1915). Σε περίπτωση θανάτου του εργαζομένου από εργατικό ατύχημα η αποζημίωση είναι ίση με τους μισθούς πέντε ετών. Δικαιούχοι της αποζημίωσης είναι οι συγγενείς του, δηλαδή σύζυγος, παιδιά και, ενδεχομένως ανιόντες ή και αδέλφια κατά αναλογίες, που ορίζονται ειδικότερα στο άρθρο 6 του ν. 551/1915.

V. Ευθύνη κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ

        Η σημασία της ειδικής ευθύνης του εργοδότη που εισάγει ο Ν. 551/1915 είναι, ωστόσο, πλέον αρκετά περιορισμένη, δεδομένου ότι ο Ν. 551/1915 ισχύει χωρίς περιορισμούς μόνον όταν ο ζημιωθείς από το εργατικό ατύχημα δεν υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, αλλά άλλου φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, τότε ο εργοδότης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του ΙΚΑ, απαλλάσσεται από την ευθύνη για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας του εργαζομένου, είτε αυτή βασίζεται στο νόμο 551/1915 είτε στο κοινό δίκαιο (άρθρο 34 παρ. 2, 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951). Ο εργαζόμενος στην περίπτωση αυτή δικαιούται μόνο τις παροχές που χορηγούνται από το ΙΚΑ. Μόνον όταν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του, υφίσταται ευθύνη του εργοδότη, ο οποίος υποχρεούται να καταβάλλει στον παθόντα τη διαφορά ανάμεσα στις παροχές του ΙΚΑ και το ποσό της αποζημίωσης, ενώ συγχρόνως υποχρεούται να καταβάλλει στο ΙΚΑ τη δαπάνη των παροχών (άρθρο 34 παρ. 2 Α.Ν. 1846/1951).

        Μάλιστα, με το άρθρο 212 του Νόμου 4512/2018 ερμηνεύθηκε αυθεντικά η παρ. 2 του άρθρου 34 του Α.Ν. 1846/1951, σχετικά με την αποζημίωση που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος και σύμφωνα με αυτήν, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον µεν ασφαλιστικό φορέα τις δαπάνες που αυτός χορήγησε στον παθόντα από εργατικό ατύχημα, στον δε παθόντα τη διαφορά ανάμεσα στις παροχές αυτές και την πλήρη αποζημίωση που δικαιούται κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σε κάθε περίπτωση που βεβαιώνεται δικαστικά ότι το εργατικό ατύχηµα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, είτε ως προς αυτό καθεαυτό το αποτέλεσµα του εργατικού ατυχήµατος είτε όµως και ως προς την παραβίαση της κείµενης νοµοθεσίας περί ασφάλειας και υγείας στην εργασία.

VI. Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης

Η απαλλαγή του εργοδότη από την ευθύνη προς αποζημίωση καλύπτει αποκλειστικά και μόνο την ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη ο εργαζόμενος από το εργατικό ατύχημα και όχι αξιώσεις για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτου του εργαζομένου λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειάς του.

        Επομένως, όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα αν είναι ασφαλισμένοι ή όχι στο ΙΚΑ, εφόσον υποστούν εργατικό ατύχημα που οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων του ή αν υπάρχει παράβαση των διατάξεων για τους όρους υγιεινής και ασφάλειας, δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης βάσει του άρθρου 932 ΑΚ. Το ποσό της αποζημίωσης εξαρτάται από το βαθμό της βλάβης και το ύψος του καθορίζεται από το δικαστήριο. Οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται πέντε (5) χρόνια μετά το ατύχημα.

VII. Υποχρέωση αναγγελίας του εργατικού ατυχήματος

        Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγείλει: α) στην πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή χωρίς αναβολή και με το ταχύτερο μέσο, β) στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας μέσα σε 24 ώρες (για ατυχήματα στις οικοδομές και τεχνικά έργα) ή 48 ώρες για τα υπόλοιπα και γ) στο ΙΚΑ εντός πέντε (5) ημερών, όλα τα εργατικά ατυχήματα και εφόσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτιών του ατυχήματος (άρθρο 43 παρ. 2 Ν. 3850/2010). Οφείλει, επίσης, να τηρεί ειδικό βιβλίο ατυχημάτων στο οποίο να αναγράφονται τα αίτια και η περιγραφή του ατυχήματος και να το θέτει στη διάθεση των αρμοδίων Αρχών.

0 views