Kαταχρηστικότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.


Από τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ, 1 και 5 παρ.1 του v. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς, αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργαζόμενο, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ’ υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζόμενου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτόν το μισθό, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ. 

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι άκυρη, όταν γίνεται από διάθεση εκδίκησης ή από εχθρότητα του εργοδότη προς το μισθωτό, λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης. Επί απολύσεως που αποδίδεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η ορθότητα της απόφασης του εργοδότη να ανταπεξέλθει με απολύσεις στην οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. 

Ελέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην απόφασή του και στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζόμενου, ως έσχατο μέσον αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου προς απόλυση έναντι άλλων, που πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου, από απόψεως ικανότητας, προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή ακόμη να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολύσει την απασχόλησή του σε άλλη θέση έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρηση και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτήν. 

Από τις διατάξεις των άρθρων 527 αρ.3 και 529 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών ισχυρισμών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση του συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται άμεσα (ΑΚ 442). Η προβολή της ένστασης αυτής μπορεί να γίνει από τον εναγόμενο, ως εκκαλούντα, με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης (ΑΠ 1765/2002).

Από δε τη διάταξη του άρθρου 441 ΑΚ συνάγεται ότι η περί συμψηφισμού δήλωση δεν υποβάλλεται σε συγκεκριμένο τύπο, πρέπει, όμως, να εκφράζει τη σαφή και οριστική θέληση του δηλούντος προς συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν οι όροι του άρθρου 440 ΑΚ. Κατά την περί συμψηφισμού δήλωση δεν απαιτείται να γίνεται οπωσδήποτε χρήση της λέξης “συμψηφισμός”, αλλά αρκεί το να συνάγεται η σχετική βούληση έστω και έμμεσα, από το περιεχόμενο της δήλωσης του οφειλέτη (ΑΠ 479/2016, ΑΠ 1281/2014).

0 views